Conjugation of προαλείφω
pɾo.aˈli.foπροορίζω, προετοιμάζω για κάτι (αναφέρεται κυρίως σε αξιώματα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προαλείφω |
| εσύ | προαλείφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλείφει |
| εμείς | προαλείφουμε |
| εσείς | προαλείφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλείφουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | προάλειφα |
| εσύ | προάλειφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προάλειφε |
| εμείς | προαλείφαμε |
| εσείς | προαλείφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προάλειφαν |
Αόριστος
| εγώ | προάλειψα |
| εσύ | προάλειψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προάλειψε |
| εμείς | προαλείψαμε |
| εσείς | προαλείψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προάλειψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προαλείψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προαλείψω |
| εσύ | προαλείψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλείψει |
| εμείς | προαλείψουμε |
| εσείς | προαλείψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλείψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | προάλειφε |
| εσείς | προαλείφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προάλειψε |
| εσείς | προαλείψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προαλείψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | προαλείφομαι |
| εσύ | προαλείφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλείφεται |
| εμείς | προαλειφόμαστε |
| εσείς | προαλείφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλείφονται |
Παρατατικός
| εγώ | προαλειφόμουν[α] |
| εσύ | προαλειφόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλειφόταν[ε] |
| εμείς | προαλειφόμασταν |
| εσείς | προαλειφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλείφονταν |
Αόριστος
| εγώ | προαλείφθηκα |
| εσύ | προαλείφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλείφθηκε |
| εμείς | προαλειφθήκαμε |
| εσείς | προαλειφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλείφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα προαλειφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | προαλειφθώ |
| εσύ | προαλειφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | προαλειφθεί |
| εμείς | προαλειφθούμε |
| εσείς | προαλειφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | προαλειφθούν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | προαλείφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | προαλείψου |
| εσείς | προαλειφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | προαλειφθεί |