HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← προαλείφω — definition

Conjugation of προαλείφω

Regular CEFR B2
pɾo.aˈli.fo

προορίζω, προετοιμάζω για κάτι (αναφέρεται κυρίως σε αξιώματα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προαλείφω
εσύ προαλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό προαλείφει
εμείς προαλείφουμε
εσείς προαλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά προαλείφουν[ε]
Παρατατικός
εγώ προάλειφα
εσύ προάλειφες
αυτός / αυτή / αυτό προάλειφε
εμείς προαλείφαμε
εσείς προαλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά προάλειφαν
Αόριστος
εγώ προάλειψα
εσύ προάλειψες
αυτός / αυτή / αυτό προάλειψε
εμείς προαλείψαμε
εσείς προαλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά προάλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προαλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προαλείψω
εσύ προαλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό προαλείψει
εμείς προαλείψουμε
εσείς προαλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά προαλείψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ προάλειφε
εσείς προαλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προάλειψε
εσείς προαλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
προαλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ προαλείφομαι
εσύ προαλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό προαλείφεται
εμείς προαλειφόμαστε
εσείς προαλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά προαλείφονται
Παρατατικός
εγώ προαλειφόμουν[α]
εσύ προαλειφόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό προαλειφόταν[ε]
εμείς προαλειφόμασταν
εσείς προαλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά προαλείφονταν
Αόριστος
εγώ προαλείφθηκα
εσύ προαλείφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό προαλείφθηκε
εμείς προαλειφθήκαμε
εσείς προαλειφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά προαλείφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα προαλειφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ προαλειφθώ
εσύ προαλειφθείς
αυτός / αυτή / αυτό προαλειφθεί
εμείς προαλειφθούμε
εσείς προαλειφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά προαλειφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς προαλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ προαλείψου
εσείς προαλειφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
προαλειφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary