Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πριονίζω |
| εσύ | πριονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονίζει |
| εμείς | πριονίζουμε |
| εσείς | πριονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πριόνιζα |
| εσύ | πριόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριόνιζε |
| εμείς | πριονίζαμε |
| εσείς | πριονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | πριόνισα |
| εσύ | πριόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριόνισε |
| εμείς | πριονίσαμε |
| εσείς | πριονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πριονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πριονίσω |
| εσύ | πριονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονίσει |
| εμείς | πριονίσουμε |
| εσείς | πριονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πριόνιζε |
| εσείς | πριονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πριόνισε |
| εσείς | πριονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πριονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πριονίζομαι |
| εσύ | πριονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονίζεται |
| εμείς | πριονιζόμαστε |
| εσείς | πριονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πριονιζόμουν |
| εσύ | πριονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονιζόταν |
| εμείς | πριονιζόμασταν |
| εσείς | πριονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πριονίστηκα |
| εσύ | πριονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονίστηκε |
| εμείς | πριονιστήκαμε |
| εσείς | πριονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πριονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πριονιστώ |
| εσύ | πριονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πριονιστεί |
| εμείς | πριονιστούμε |
| εσείς | πριονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πριονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πριονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πριονίσου |
| εσείς | πριονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πριονιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.