HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πριονίζω — definition

Conjugation of πριονίζω

Regular CEFR B2
pɾi.oˈni.zo

φθείρω, υποσκάπτω, υπονομεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πριονίζω
εσύ πριονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό πριονίζει
εμείς πριονίζουμε
εσείς πριονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πριονίζουν
Παρατατικός
εγώ πριόνιζα
εσύ πριόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό πριόνιζε
εμείς πριονίζαμε
εσείς πριονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πριόνιζαν
Αόριστος
εγώ πριόνισα
εσύ πριόνισες
αυτός / αυτή / αυτό πριόνισε
εμείς πριονίσαμε
εσείς πριονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πριόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πριονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πριονίσω
εσύ πριονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό πριονίσει
εμείς πριονίσουμε
εσείς πριονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πριονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πριόνιζε
εσείς πριονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πριόνισε
εσείς πριονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
πριονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πριονίζομαι
εσύ πριονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πριονίζεται
εμείς πριονιζόμαστε
εσείς πριονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πριονίζονται
Παρατατικός
εγώ πριονιζόμουν
εσύ πριονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πριονιζόταν
εμείς πριονιζόμασταν
εσείς πριονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πριονίζονταν
Αόριστος
εγώ πριονίστηκα
εσύ πριονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πριονίστηκε
εμείς πριονιστήκαμε
εσείς πριονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πριονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πριονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πριονιστώ
εσύ πριονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό πριονιστεί
εμείς πριονιστούμε
εσείς πριονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πριονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πριονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πριονίσου
εσείς πριονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πριονιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary