HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πρεσάρω — definition

Conjugation of πρεσάρω

Regular CEFR B1
pɾeˈsa.ɾo

πιέζω έντονα κάποιον (ψυχολογικά, συναισθηματικά κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πρεσάρω
εσύ πρεσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πρεσάρει
εμείς πρεσάρουμε
εσείς πρεσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάρουν
Παρατατικός
εγώ πρεσάριζα
εσύ πρεσάριζες
αυτός / αυτή / αυτό πρεσάριζε
εμείς πρεσάραμε
εσείς πρεσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάριζαν
Αόριστος
εγώ πρεσάρισα
εσύ πρεσάρισες
αυτός / αυτή / αυτό πρεσάρισε
εμείς πρεσάραμε
εσείς πρεσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρεσάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πρεσάρω
εσύ πρεσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πρεσάρει
εμείς πρεσάρουμε
εσείς πρεσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρεσάριζε
εσείς πρεσάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρεσάρισε
εσείς πρεσάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
πρεσάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πρεσάρομαι
εσύ πρεσάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πρεσάρεται
εμείς πρεσαριζόμαστε
εσείς πρεσάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάρονται
Παρατατικός
εγώ πρεσαριζόμουν
εσύ πρεσαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πρεσαριζόταν
εμείς πρεσαριζόμασταν
εσείς πρεσαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσάρονταν
Αόριστος
εγώ πρεσαρίστηκα
εσύ πρεσαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πρεσαρίστηκε
εμείς πρεσαριστήκαμε
εσείς πρεσαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρεσαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πρεσαριστώ
εσύ πρεσαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό πρεσαριστεί
εμείς πρεσαριστούμε
εσείς πρεσαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πρεσαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πρεσάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς πρεσαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πρεσαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary