Conjugation of πρεσάρω
pɾeˈsa.ɾoπιέζω έντονα κάποιον (ψυχολογικά, συναισθηματικά κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρεσάρω |
| εσύ | πρεσάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσάρει |
| εμείς | πρεσάρουμε |
| εσείς | πρεσάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | πρεσάριζα |
| εσύ | πρεσάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσάριζε |
| εμείς | πρεσάραμε |
| εσείς | πρεσάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | πρεσάρισα |
| εσύ | πρεσάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσάρισε |
| εμείς | πρεσάραμε |
| εσείς | πρεσάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρεσάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρεσάρω |
| εσύ | πρεσάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσάρει |
| εμείς | πρεσάρουμε |
| εσείς | πρεσάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρεσάριζε |
| εσείς | πρεσάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρεσάρισε |
| εσείς | πρεσάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρεσάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρεσάρομαι |
| εσύ | πρεσάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσάρεται |
| εμείς | πρεσαριζόμαστε |
| εσείς | πρεσάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | πρεσαριζόμουν |
| εσύ | πρεσαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσαριζόταν |
| εμείς | πρεσαριζόμασταν |
| εσείς | πρεσαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | πρεσαρίστηκα |
| εσύ | πρεσαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσαρίστηκε |
| εμείς | πρεσαριστήκαμε |
| εσείς | πρεσαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρεσαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρεσαριστώ |
| εσύ | πρεσαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρεσαριστεί |
| εμείς | πρεσαριστούμε |
| εσείς | πρεσαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρεσαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πρεσάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | πρεσαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρεσαριστεί |