Conjugation of πρασινίζω
pɾa.siˈni.zoκάνω μια έκταση πράσινη φυτεύοντας δέντρα, λουλούδια κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρασινίζω |
| εσύ | πρασινίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινίζει |
| εμείς | πρασινίζουμε |
| εσείς | πρασινίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πρασίνιζα |
| εσύ | πρασίνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασίνιζε |
| εμείς | πρασινίζαμε |
| εσείς | πρασινίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασίνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | πρασίνισα |
| εσύ | πρασίνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασίνισε |
| εμείς | πρασινίσαμε |
| εσείς | πρασινίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασίνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρασινίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρασινίσω |
| εσύ | πρασινίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινίσει |
| εμείς | πρασινίσουμε |
| εσείς | πρασινίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρασίνιζε |
| εσείς | πρασινίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρασίνισε |
| εσείς | πρασινίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρασινίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρασινίζομαι |
| εσύ | πρασινίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινίζεται |
| εμείς | πρασινιζόμαστε |
| εσείς | πρασινίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πρασινιζόμουν |
| εσύ | πρασινιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινιζόταν |
| εμείς | πρασινιζόμασταν |
| εσείς | πρασινιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πρασινίστηκα |
| εσύ | πρασινίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινίστηκε |
| εμείς | πρασινιστήκαμε |
| εσείς | πρασινιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρασινιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρασινιστώ |
| εσύ | πρασινιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρασινιστεί |
| εμείς | πρασινιστούμε |
| εσείς | πρασινιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρασινιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πρασινίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρασινίσου |
| εσείς | πρασινιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρασινιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.