Conjugation of πρήζω
ˈpɾizoπροκαλώ αύξηση του όγκου σε τμήμα ή μέλος σώματος ανθρώπινου ή άλλου ζωικού οργανισμού Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρήζω |
| εσύ | πρήζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρήζει |
| εμείς | πρήζουμε |
| εσείς | πρήζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρήζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπρηζα |
| εσύ | έπρηζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπρηζε |
| εμείς | πρήζαμε |
| εσείς | πρήζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπρηζαν |
Αόριστος
| εγώ | έπρηξα |
| εσύ | έπρηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπρηξε |
| εμείς | πρήξαμε |
| εσείς | πρήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπρηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρήξω |
| εσύ | πρήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρήξει |
| εμείς | πρήξουμε |
| εσείς | πρήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πρήζε |
| εσείς | πρήζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρήξε |
| εσείς | πρήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρήξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πρήζομαι |
| εσύ | πρήζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρήζεται |
| εμείς | πρηζόμαστε |
| εσείς | πρήζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρήζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πρηζόμουν |
| εσύ | πρηζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρηζόταν |
| εμείς | πρηζόμασταν |
| εσείς | πρηζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρήζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πρήστηκα |
| εσύ | πρήστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρήστηκε |
| εμείς | πρηστήκαμε |
| εσείς | πρηστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρήστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πρηστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πρηστώ |
| εσύ | πρηστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πρηστεί |
| εμείς | πρηστούμε |
| εσείς | πρηστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρηστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πρήζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πρήξου |
| εσείς | πρηστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πρηστεί |