HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πρήζω — definition

Conjugation of πρήζω

Regular CEFR B1
ˈpɾizo

προκαλώ αύξηση του όγκου σε τμήμα ή μέλος σώματος ανθρώπινου ή άλλου ζωικού οργανισμού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πρήζω
εσύ πρήζεις
αυτός / αυτή / αυτό πρήζει
εμείς πρήζουμε
εσείς πρήζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρήζουν
Παρατατικός
εγώ έπρηζα
εσύ έπρηζες
αυτός / αυτή / αυτό έπρηζε
εμείς πρήζαμε
εσείς πρήζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπρηζαν
Αόριστος
εγώ έπρηξα
εσύ έπρηξες
αυτός / αυτή / αυτό έπρηξε
εμείς πρήξαμε
εσείς πρήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπρηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πρήξω
εσύ πρήξεις
αυτός / αυτή / αυτό πρήξει
εμείς πρήξουμε
εσείς πρήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά πρήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πρήζε
εσείς πρήζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρήξε
εσείς πρήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
πρήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πρήζομαι
εσύ πρήζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πρήζεται
εμείς πρηζόμαστε
εσείς πρήζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πρήζονται
Παρατατικός
εγώ πρηζόμουν
εσύ πρηζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πρηζόταν
εμείς πρηζόμασταν
εσείς πρηζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πρήζονταν
Αόριστος
εγώ πρήστηκα
εσύ πρήστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πρήστηκε
εμείς πρηστήκαμε
εσείς πρηστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πρήστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πρηστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πρηστώ
εσύ πρηστείς
αυτός / αυτή / αυτό πρηστεί
εμείς πρηστούμε
εσείς πρηστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πρηστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πρήζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πρήξου
εσείς πρηστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πρηστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary