HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πουστεύω — definition

Conjugation of πουστεύω

Regular CEFR B2
puˈste.vo

to turn gay, become gay Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πουστεύω
εσύ πουστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό πουστεύει
εμείς πουστεύουμε
εσείς πουστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά πουστεύουν
Παρατατικός
εγώ πούστευα
εσύ πούστευες
αυτός / αυτή / αυτό πούστευε
εμείς πουστεύαμε
εσείς πουστεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά πούστευαν
Αόριστος
εγώ πούστεψα
εσύ πούστεψες
αυτός / αυτή / αυτό πούστεψε
εμείς πουστέψαμε
εσείς πουστέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά πούστεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πουστέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πουστέψω
εσύ πουστέψεις
αυτός / αυτή / αυτό πουστέψει
εμείς πουστέψουμε
εσείς πουστέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά πουστέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πούστευε
εσείς πουστεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πούστεψε
εσείς πουστέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
πουστέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary