HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πορδίζω — definition

Conjugation of πορδίζω

Regular CEFR B1
poɾˈðizo

κλάνω, αερίζομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πορδίζω
εσύ πορδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό πορδίζει
εμείς πορδίζουμε
εσείς πορδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πορδίζουν
Παρατατικός
εγώ πόρδιζα
εσύ πόρδιζες
αυτός / αυτή / αυτό πόρδιζε
εμείς πορδίζαμε
εσείς πορδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόρδιζαν
Αόριστος
εγώ πόρδισα
εσύ πόρδισες
αυτός / αυτή / αυτό πόρδισε
εμείς πορδίσαμε
εσείς πορδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόρδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πορδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πορδίσω
εσύ πορδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό πορδίσει
εμείς πορδίσουμε
εσείς πορδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πορδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πόρδιζε
εσείς πορδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πόρδισε
εσείς πορδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
πορδίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary