HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ποντάρω — definition

Conjugation of ποντάρω

Regular CEFR C2
ponˈda.ro

δημιουργώ σημάδια με τη χρήση πόντας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποντάρω
εσύ ποντάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ποντάρει
εμείς ποντάρουμε
εσείς ποντάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποντάρουν
Παρατατικός
εγώ πόνταρα
εσύ πόνταρες
αυτός / αυτή / αυτό πόνταρε
εμείς ποντάραμε
εσείς ποντάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόνταραν
Αόριστος
εγώ πόνταρα
εσύ πόνταρες
αυτός / αυτή / αυτό πόνταρε
εμείς ποντάραμε
εσείς ποντάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόνταραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποντάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποντάρω
εσύ ποντάρεις
αυτός / αυτή / αυτό ποντάρει
εμείς ποντάρουμε
εσείς ποντάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποντάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πόνταρε
εσείς ποντάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πόνταρε
εσείς ποντάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
ποντάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποντάρομαι
εσύ ποντάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ποντάρεται
εμείς πονταριζόμαστε
εσείς ποντάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ποντάρονται
Παρατατικός
εγώ πονταριζόμουν
εσύ πονταριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πονταριζόταν
εμείς πονταριζόμασταν
εσείς πονταριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ποντάρονταν
Αόριστος
εγώ πονταρίστηκα
εσύ πονταρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πονταρίστηκε
εμείς πονταριστήκαμε
εσείς πονταριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πονταρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πονταριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πονταριστώ
εσύ πονταριστείς
αυτός / αυτή / αυτό πονταριστεί
εμείς πονταριστούμε
εσείς πονταριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πονταριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ποντάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς πονταριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πονταριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary