HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πονάω — definition

Conjugation of πονάω

Regular CEFR C1
poˈna.o

νοιάζομαι για κάποιον, συναισθάνομαι / ταυτίζομαι συναισθηματικά με κάποιον / έρχομαι νοερά στη θέση κάποιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πονάω
εσύ πονάς
αυτός / αυτή / αυτό πονάει
εμείς πονάμε
εσείς πονάτε
αυτοί / αυτές / αυτά πονάνε
Παρατατικός
εγώ πονούσα
εσύ πονούσες
αυτός / αυτή / αυτό πονούσε
εμείς πονούσαμε
εσείς πονούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πονούσαν
Αόριστος
εγώ πόνεσα
εσύ πόνεσες
αυτός / αυτή / αυτό πόνεσε
εμείς πονέσαμε
εσείς πονέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόνεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πονέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πονέσω
εσύ πονέσεις
αυτός / αυτή / αυτό πονέσει
εμείς πονέσουμε
εσείς πονέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πονέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πόνα
εσείς πονάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πόνεσε
εσείς πονέστε
Απαρέμφατο αορίστου
πονέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary