Conjugation of πονάω
poˈna.oνοιάζομαι για κάποιον, συναισθάνομαι / ταυτίζομαι συναισθηματικά με κάποιον / έρχομαι νοερά στη θέση κάποιου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πονάω |
| εσύ | πονάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πονάει |
| εμείς | πονάμε |
| εσείς | πονάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πονάνε |
Παρατατικός
| εγώ | πονούσα |
| εσύ | πονούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πονούσε |
| εμείς | πονούσαμε |
| εσείς | πονούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πονούσαν |
Αόριστος
| εγώ | πόνεσα |
| εσύ | πόνεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πόνεσε |
| εμείς | πονέσαμε |
| εσείς | πονέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πόνεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πονέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πονέσω |
| εσύ | πονέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πονέσει |
| εμείς | πονέσουμε |
| εσείς | πονέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πονέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πόνα |
| εσείς | πονάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πόνεσε |
| εσείς | πονέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πονέσει |