HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ποιώ — definition

Conjugation of ποιώ

Regular CEFR B1
piˈo

κατασκευάζω, δημιουργώ, κάνω κάτι, εκτελώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποιώ
εσύ ποιείς
αυτός / αυτή / αυτό ποιεί
εμείς ποιούμε
εσείς ποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιούν
Παρατατικός
εγώ ποιούσα
εσύ ποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ποιούσε
εμείς ποιούσαμε
εσείς ποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιούσαν
Αόριστος
εγώ ποίησα
εσύ ποίησες
αυτός / αυτή / αυτό ποίησε
εμείς ποιήσαμε
εσείς ποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποιήσω
εσύ ποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ποιήσει
εμείς ποιήσουμε
εσείς ποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ποίησε
εσείς ποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποιούμαι
εσύ ποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ποιείται
εμείς ποιούμαστε
εσείς ποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιούνται
Παρατατικός
εγώ ποιούμουν
εσύ ποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ποιούνταν
εμείς ποιούμασταν
εσείς [ποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ποιούνταν
Αόριστος
εγώ ποιήθηκα
εσύ ποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ποιήθηκε
εμείς ποιηθήκαμε
εσείς ποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποιηθώ
εσύ ποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ποιηθεί
εμείς ποιηθούμε
εσείς ποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ποιήσου
εσείς ποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ποιηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary