HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ποθώ — definition

Conjugation of ποθώ

Regular CEFR C2
poˈθo

επιθυμώ κάτι έντονα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ποθώ
εσύ ποθείς
αυτός / αυτή / αυτό ποθεί
εμείς ποθούμε
εσείς ποθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ποθούν
Παρατατικός
εγώ ποθούσα
εσύ ποθούσες
αυτός / αυτή / αυτό ποθούσε
εμείς ποθούσαμε
εσείς ποθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ποθούσαν
Αόριστος
εγώ πόθησα
εσύ πόθησες
αυτός / αυτή / αυτό πόθησε
εμείς ποθήσαμε
εσείς ποθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πόθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ποθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ποθήσω
εσύ ποθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ποθήσει
εμείς ποθήσουμε
εσείς ποθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ποθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ποθείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πόθησε
εσείς ποθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ποθήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary