HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πνέω — definition

Conjugation of πνέω

Regular CEFR B1
ˈpne.o

(για άνεμο) για την κίνηση ενός ρεύματος ατμοσφαιρικού αέρα που γίνεται αισθητή από τον άνθρωπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πνέω
εσύ πνέεις
αυτός / αυτή / αυτό πνέει
εμείς πνέουμε
εσείς πνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά πνέουν
Παρατατικός
εγώ έπνεα
εσύ έπνεες
αυτός / αυτή / αυτό έπνεε
εμείς πνέαμε
εσείς πνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπνεαν
Αόριστος
εγώ έπνευσα
εσύ έπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό έπνευσε
εμείς πνεύσαμε
εσείς πνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πνεύσω
εσύ πνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό πνεύσει
εμείς πνεύσουμε
εσείς πνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πνέε
εσείς πνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πνεύσε
εσείς πνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
πνεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary