Conjugation of πνέω
ˈpne.o(για άνεμο) για την κίνηση ενός ρεύματος ατμοσφαιρικού αέρα που γίνεται αισθητή από τον άνθρωπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πνέω |
| εσύ | πνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πνέει |
| εμείς | πνέουμε |
| εσείς | πνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πνέουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπνεα |
| εσύ | έπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπνεε |
| εμείς | πνέαμε |
| εσείς | πνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπνεαν |
Αόριστος
| εγώ | έπνευσα |
| εσύ | έπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπνευσε |
| εμείς | πνεύσαμε |
| εσείς | πνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πνεύσω |
| εσύ | πνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πνεύσει |
| εμείς | πνεύσουμε |
| εσείς | πνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πνέε |
| εσείς | πνέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πνεύσε |
| εσείς | πνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πνεύσει |