Conjugation of πλησιάζω
pli.siˈa.zoπροσεγγίζω με ερωτικό τρόπο ή με ερωτικούς σκοπούς Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλησιάζω |
| εσύ | πλησιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιάζει |
| εμείς | πλησιάζουμε |
| εσείς | πλησιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πλησίαζα |
| εσύ | πλησίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησίαζε |
| εμείς | πλησιάζαμε |
| εσείς | πλησιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | πλησίασα |
| εσύ | πλησίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησίασε |
| εμείς | πλησιάσαμε |
| εσείς | πλησιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλησιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλησιάσω |
| εσύ | πλησιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιάσει |
| εμείς | πλησιάσουμε |
| εσείς | πλησιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλησίαζε |
| εσείς | πλησιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλησίασε |
| εσείς | πλησιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλησιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλησιάζομαι |
| εσύ | πλησιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιάζεται |
| εμείς | πλησιαζόμαστε |
| εσείς | πλησιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πλησιαζόμουν |
| εσύ | πλησιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιαζόταν |
| εμείς | πλησιαζόμασταν |
| εσείς | πλησιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πλησιάστηκα |
| εσύ | πλησιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιάστηκε |
| εμείς | πλησιαστήκαμε |
| εσείς | πλησιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλησιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλησιαστώ |
| εσύ | πλησιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλησιαστεί |
| εμείς | πλησιαστούμε |
| εσείς | πλησιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλησιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πλησιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλησιάσου |
| εσείς | πλησιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλησιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.