HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλησιάζω — definition

Conjugation of πλησιάζω

Regular CEFR C2
pli.siˈa.zo

προσεγγίζω με ερωτικό τρόπο ή με ερωτικούς σκοπούς Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλησιάζω
εσύ πλησιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό πλησιάζει
εμείς πλησιάζουμε
εσείς πλησιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιάζουν
Παρατατικός
εγώ πλησίαζα
εσύ πλησίαζες
αυτός / αυτή / αυτό πλησίαζε
εμείς πλησιάζαμε
εσείς πλησιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησίαζαν
Αόριστος
εγώ πλησίασα
εσύ πλησίασες
αυτός / αυτή / αυτό πλησίασε
εμείς πλησιάσαμε
εσείς πλησιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλησιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλησιάσω
εσύ πλησιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό πλησιάσει
εμείς πλησιάσουμε
εσείς πλησιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλησίαζε
εσείς πλησιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλησίασε
εσείς πλησιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
πλησιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλησιάζομαι
εσύ πλησιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πλησιάζεται
εμείς πλησιαζόμαστε
εσείς πλησιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιάζονται
Παρατατικός
εγώ πλησιαζόμουν
εσύ πλησιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πλησιαζόταν
εμείς πλησιαζόμασταν
εσείς πλησιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιάζονταν
Αόριστος
εγώ πλησιάστηκα
εσύ πλησιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πλησιάστηκε
εμείς πλησιαστήκαμε
εσείς πλησιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλησιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλησιαστώ
εσύ πλησιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό πλησιαστεί
εμείς πλησιαστούμε
εσείς πλησιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πλησιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πλησιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλησιάσου
εσείς πλησιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλησιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary