HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πληρώνω — definition

Conjugation of πληρώνω

Regular CEFR B1

καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πληρώνω
εσύ πληρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πληρώνει
εμείς πληρώνουμε
εσείς πληρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πληρώνουν
Παρατατικός
εγώ πλήρωνα
εσύ πλήρωνες
αυτός / αυτή / αυτό πλήρωνε
εμείς πληρώναμε
εσείς πληρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήρωναν
Αόριστος
εγώ πλήρωσα
εσύ πλήρωσες
αυτός / αυτή / αυτό πλήρωσε
εμείς πληρώσαμε
εσείς πληρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πληρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πληρώσω
εσύ πληρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πληρώσει
εμείς πληρώσουμε
εσείς πληρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πληρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλήρωνε
εσείς πληρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλήρωσε
εσείς πληρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πληρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πληρώνομαι
εσύ πληρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πληρώνεται
εμείς πληρωνόμαστε
εσείς πληρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πληρώνονται
Παρατατικός
εγώ πληρωνόμουν
εσύ πληρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πληρωνόταν
εμείς πληρωνόμασταν
εσείς πληρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πληρώνονταν
Αόριστος
εγώ πληρώθηκα
εσύ πληρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πληρώθηκε
εμείς πληρωθήκαμε
εσείς πληρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πληρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πληρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πληρωθώ
εσύ πληρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό πληρωθεί
εμείς πληρωθούμε
εσείς πληρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πληρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πληρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πληρώσου
εσείς πληρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πληρωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary