HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πληγώνω — definition

Conjugation of πληγώνω

Regular CEFR C2

τραυματίζω, πλήττω, λαβώνω, πληγιάζω, χτυπάω τόσο ώστε να τρέξει αίμα κυριολεκτικά ή μεταφορικά, προκαλώ τραύμα, πληγή, πλήγμα στο σώμα ή στην ψυχή ανθρώπου ή ζώου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πληγώνω
εσύ πληγώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πληγώνει
εμείς πληγώνουμε
εσείς πληγώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πληγώνουν
Παρατατικός
εγώ πλήγωνα
εσύ πλήγωνες
αυτός / αυτή / αυτό πλήγωνε
εμείς πληγώναμε
εσείς πληγώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήγωναν
Αόριστος
εγώ πλήγωσα
εσύ πλήγωσες
αυτός / αυτή / αυτό πλήγωσε
εμείς πληγώσαμε
εσείς πληγώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήγωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πληγώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πληγώσω
εσύ πληγώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πληγώσει
εμείς πληγώσουμε
εσείς πληγώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πληγώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλήγωνε
εσείς πληγώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλήγωσε
εσείς πληγώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πληγώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πληγώνομαι
εσύ πληγώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πληγώνεται
εμείς πληγωνόμαστε
εσείς πληγώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πληγώνονται
Παρατατικός
εγώ πληγωνόμουν
εσύ πληγωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πληγωνόταν
εμείς πληγωνόμασταν
εσείς πληγωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πληγώνονταν
Αόριστος
εγώ πληγώθηκα
εσύ πληγώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πληγώθηκε
εμείς πληγωθήκαμε
εσείς πληγωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πληγώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πληγωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πληγωθώ
εσύ πληγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό πληγωθεί
εμείς πληγωθούμε
εσείς πληγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πληγωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πληγώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πληγώσου
εσείς πληγωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πληγωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary