HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλαγιάζω — definition

Conjugation of πλαγιάζω

Regular CEFR B2
plaˈʝa.zo

γέρνω κάτι στο πλάι, το κάνω να πλαγιάζει, να γύρει, να πέσει με το πλευρό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλαγιάζω
εσύ πλαγιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό πλαγιάζει
εμείς πλαγιάζουμε
εσείς πλαγιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλαγιάζουν
Παρατατικός
εγώ πλάγιαζα
εσύ πλάγιαζες
αυτός / αυτή / αυτό πλάγιαζε
εμείς πλαγιάζαμε
εσείς πλαγιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάγιαζαν
Αόριστος
εγώ πλάγιασα
εσύ πλάγιασες
αυτός / αυτή / αυτό πλάγιασε
εμείς πλαγιάσαμε
εσείς πλαγιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλάγιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλαγιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλαγιάσω
εσύ πλαγιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό πλαγιάσει
εμείς πλαγιάσουμε
εσείς πλαγιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλαγιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλάγιαζε
εσείς πλαγιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλάγιασε
εσείς πλαγιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
πλαγιάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary