Conjugation of πλαγιάζω
plaˈʝa.zoγέρνω κάτι στο πλάι, το κάνω να πλαγιάζει, να γύρει, να πέσει με το πλευρό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλαγιάζω |
| εσύ | πλαγιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλαγιάζει |
| εμείς | πλαγιάζουμε |
| εσείς | πλαγιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλαγιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πλάγιαζα |
| εσύ | πλάγιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάγιαζε |
| εμείς | πλαγιάζαμε |
| εσείς | πλαγιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάγιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | πλάγιασα |
| εσύ | πλάγιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλάγιασε |
| εμείς | πλαγιάσαμε |
| εσείς | πλαγιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλάγιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλαγιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλαγιάσω |
| εσύ | πλαγιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλαγιάσει |
| εμείς | πλαγιάσουμε |
| εσείς | πλαγιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλαγιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλάγιαζε |
| εσείς | πλαγιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλάγιασε |
| εσείς | πλαγιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλαγιάσει |