HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλήττω — definition

Conjugation of πλήττω

Regular CEFR B1
ˈpli.to

βαριέμαι, δεν έχω κέφι, βρίσκω κάτι αδιάφορο, βαρετό, πληκτικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλήττω
εσύ πλήττεις
αυτός / αυτή / αυτό πλήττει
εμείς πλήττουμε
εσείς πλήττετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήττουν
Παρατατικός
εγώ έπληττα
εσύ έπληττες
αυτός / αυτή / αυτό έπληττε
εμείς πλήτταμε
εσείς πλήττατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλητταν
Αόριστος
εγώ έπληξα
εσύ έπληξες
αυτός / αυτή / αυτό έπληξε
εμείς πλήξαμε
εσείς πλήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπληξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλήξω
εσύ πλήξεις
αυτός / αυτή / αυτό πλήξει
εμείς πλήξουμε
εσείς πλήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλήττε
εσείς πλήττετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλήξε
εσείς πλήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλήξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary