Conjugation of πλήττω
ˈpli.toβαριέμαι, δεν έχω κέφι, βρίσκω κάτι αδιάφορο, βαρετό, πληκτικό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλήττω |
| εσύ | πλήττεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλήττει |
| εμείς | πλήττουμε |
| εσείς | πλήττετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλήττουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπληττα |
| εσύ | έπληττες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπληττε |
| εμείς | πλήτταμε |
| εσείς | πλήττατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλητταν |
Αόριστος
| εγώ | έπληξα |
| εσύ | έπληξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπληξε |
| εμείς | πλήξαμε |
| εσείς | πλήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπληξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλήξω |
| εσύ | πλήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλήξει |
| εμείς | πλήξουμε |
| εσείς | πλήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλήττε |
| εσείς | πλήττετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλήξε |
| εσείς | πλήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλήξει |