HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλέω — definition

Conjugation of πλέω

Regular CEFR B1
ˈple.o

ταξιδεύω σε λίμνη, ποταμό ή θάλασσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλέω
εσύ πλέεις
αυτός / αυτή / αυτό πλέει
εμείς πλέουμε
εσείς πλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλέουν
Παρατατικός
εγώ έπλεα
εσύ έπλεες
αυτός / αυτή / αυτό έπλεε
εμείς πλέαμε
εσείς πλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλεαν
Αόριστος
εγώ έπλευσα
εσύ έπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό έπλευσε
εμείς πλεύσαμε
εσείς πλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλεύσω
εσύ πλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό πλεύσει
εμείς πλεύσουμε
εσείς πλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλέε
εσείς πλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλεύσε
εσείς πλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
πλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary