HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πιπώνω — definition

Conjugation of πιπώνω

Regular CEFR B1
piˈpono

επιδίδομαι σε πεολειχία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιπώνω
εσύ πιπώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πιπώνει
εμείς πιπώνουμε
εσείς πιπώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιπώνουν
Παρατατικός
εγώ πίπωνα
εσύ πίπωνες
αυτός / αυτή / αυτό πίπωνε
εμείς πιπώναμε
εσείς πιπώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίπωναν
Αόριστος
εγώ πίπωσα
εσύ πίπωσες
αυτός / αυτή / αυτό πίπωσε
εμείς πιπώσαμε
εσείς πιπώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίπωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιπώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιπώσω
εσύ πιπώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πιπώσει
εμείς πιπώσουμε
εσείς πιπώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιπώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πίπωνε
εσείς πιπώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πίπωσε
εσείς πιπώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πιπώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιπώνομαι
εσύ πιπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πιπώνεται
εμείς πιπωνόμαστε
εσείς πιπώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πιπώνονται
Παρατατικός
εγώ πιπωνόμουν
εσύ πιπωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πιπωνόταν
εμείς πιπωνόμασταν
εσείς πιπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πιπώνονταν
Αόριστος
εγώ πιπώθηκα
εσύ πιπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πιπώθηκε
εμείς πιπωθήκαμε
εσείς πιπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πιπώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιπωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιπωθώ
εσύ πιπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό πιπωθεί
εμείς πιπωθούμε
εσείς πιπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πιπωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πιπώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πιπώσου
εσείς πιπωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πιπωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary