HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πικραίνω — definition

Conjugation of πικραίνω

Regular CEFR B2
piˈkɾe.no

κάνω κάποιον να λυπάται ή να στενοχωριέται Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πικραίνω
εσύ πικραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό πικραίνει
εμείς πικραίνουμε
εσείς πικραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πικραίνουν
Παρατατικός
εγώ πίκραινα
εσύ πίκραινες
αυτός / αυτή / αυτό πίκραινε
εμείς πικραίναμε
εσείς πικραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίκραιναν
Αόριστος
εγώ πίκρανα
εσύ πίκρανες
αυτός / αυτή / αυτό πίκρανε
εμείς πικράναμε
εσείς πικράνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίκραναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πικράνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πικράνω
εσύ πικράνεις
αυτός / αυτή / αυτό πικράνει
εμείς πικράνουμε
εσείς πικράνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πικράνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πίκραινε
εσείς πικραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πίκρανε
εσείς πικράνετε
Απαρέμφατο αορίστου
πικράνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πικραίνομαι
εσύ πικραίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πικραίνεται
εμείς πικραινόμαστε
εσείς πικραίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πικραίνονται
Παρατατικός
εγώ πικραινόμουν
εσύ πικραινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πικραινόταν
εμείς πικραινόμασταν
εσείς πικραινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πικραίνονταν
Αόριστος
εγώ πικράθηκα
εσύ πικράθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πικράθηκε
εμείς πικραθήκαμε
εσείς πικραθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πικράθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πικραθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πικραθώ
εσύ πικραθείς
αυτός / αυτή / αυτό πικραθεί
εμείς πικραθούμε
εσείς πικραθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πικραθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πικραίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς πικραθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πικραθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary