Conjugation of πιέζω
piˈe.zoπροσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πιέζω |
| εσύ | πιέζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιέζει |
| εμείς | πιέζουμε |
| εσείς | πιέζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιέζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πίεζα |
| εσύ | πίεζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πίεζε |
| εμείς | πιέζαμε |
| εσείς | πιέζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πίεζαν |
Αόριστος
| εγώ | πίεσα |
| εσύ | πίεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πίεσε |
| εμείς | πιέσαμε |
| εσείς | πιέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πίεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιέσω |
| εσύ | πιέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιέσει |
| εμείς | πιέσουμε |
| εσείς | πιέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πίεζε |
| εσείς | πιέζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πίεσε |
| εσείς | πιέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πιέζομαι |
| εσύ | πιέζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιέζεται |
| εμείς | πιεζόμαστε |
| εσείς | πιέζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιέζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πιεζόμουν |
| εσύ | πιεζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιεζόταν |
| εμείς | πιεζόμασταν |
| εσείς | πιεζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιέζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πιέστηκα |
| εσύ | πιέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιέστηκε |
| εμείς | πιεστήκαμε |
| εσείς | πιεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιέστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιεστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιεστώ |
| εσύ | πιεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιεστεί |
| εμείς | πιεστούμε |
| εσείς | πιεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιεστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πιέζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πιέσου |
| εσείς | πιεστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιεστεί |