HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πιέζω — definition

Conjugation of πιέζω

Regular CEFR C2
piˈe.zo

προσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιέζω
εσύ πιέζεις
αυτός / αυτή / αυτό πιέζει
εμείς πιέζουμε
εσείς πιέζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιέζουν
Παρατατικός
εγώ πίεζα
εσύ πίεζες
αυτός / αυτή / αυτό πίεζε
εμείς πιέζαμε
εσείς πιέζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίεζαν
Αόριστος
εγώ πίεσα
εσύ πίεσες
αυτός / αυτή / αυτό πίεσε
εμείς πιέσαμε
εσείς πιέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πίεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιέσω
εσύ πιέσεις
αυτός / αυτή / αυτό πιέσει
εμείς πιέσουμε
εσείς πιέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πιέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πίεζε
εσείς πιέζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πίεσε
εσείς πιέστε
Απαρέμφατο αορίστου
πιέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πιέζομαι
εσύ πιέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πιέζεται
εμείς πιεζόμαστε
εσείς πιέζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πιέζονται
Παρατατικός
εγώ πιεζόμουν
εσύ πιεζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πιεζόταν
εμείς πιεζόμασταν
εσείς πιεζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πιέζονταν
Αόριστος
εγώ πιέστηκα
εσύ πιέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πιέστηκε
εμείς πιεστήκαμε
εσείς πιεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πιέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιεστώ
εσύ πιεστείς
αυτός / αυτή / αυτό πιεστεί
εμείς πιεστούμε
εσείς πιεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πιεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πιέζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πιέσου
εσείς πιεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πιεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary