HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πηδάω — definition

Conjugation of πηδάω

Regular CEFR C2
piˈða.o

κάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πηδάω
εσύ πηδάς
αυτός / αυτή / αυτό πηδάει
εμείς πηδάμε
εσείς πηδάτε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδάνε
Παρατατικός
εγώ πηδούσα
εσύ πηδούσες
αυτός / αυτή / αυτό πηδούσε
εμείς πηδούσαμε
εσείς πηδούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδούσαν
Αόριστος
εγώ πήδηξα
εσύ πήδηξες
αυτός / αυτή / αυτό πήδηξε
εμείς πηδήξαμε
εσείς πηδήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά πήδηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πηδήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πηδήξω
εσύ πηδήξεις
αυτός / αυτή / αυτό πηδήξει
εμείς πηδήξουμε
εσείς πηδήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πήδα
εσείς πηδάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πήδηξε
εσείς πηδήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
πηδήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πηδιέμαι
εσύ πηδιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό πηδιέται
εμείς πηδιόμαστε
εσείς πηδιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδιούνται
Παρατατικός
εγώ πηδιόμουν
εσύ πηδιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πηδιόταν
εμείς πηδιόμασταν
εσείς πηδιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πηδιόνταν
Αόριστος
εγώ πηδήχτηκα
εσύ πηδήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό πηδήχτηκε
εμείς πηδηχτήκαμε
εσείς πηδηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πηδηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πηδηχτώ
εσύ πηδηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό πηδηχτεί
εμείς πηδηχτούμε
εσείς πηδηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πηδηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πηδιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πηδήξου
εσείς πηδηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πηδηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary