Conjugation of πηδάω
piˈða.oκάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πηδάω |
| εσύ | πηδάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδάει |
| εμείς | πηδάμε |
| εσείς | πηδάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδάνε |
Παρατατικός
| εγώ | πηδούσα |
| εσύ | πηδούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδούσε |
| εμείς | πηδούσαμε |
| εσείς | πηδούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδούσαν |
Αόριστος
| εγώ | πήδηξα |
| εσύ | πήδηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πήδηξε |
| εμείς | πηδήξαμε |
| εσείς | πηδήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πήδηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πηδήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πηδήξω |
| εσύ | πηδήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδήξει |
| εμείς | πηδήξουμε |
| εσείς | πηδήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πήδα |
| εσείς | πηδάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πήδηξε |
| εσείς | πηδήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πηδήξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πηδιέμαι |
| εσύ | πηδιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδιέται |
| εμείς | πηδιόμαστε |
| εσείς | πηδιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | πηδιόμουν |
| εσύ | πηδιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδιόταν |
| εμείς | πηδιόμασταν |
| εσείς | πηδιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | πηδήχτηκα |
| εσύ | πηδήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδήχτηκε |
| εμείς | πηδηχτήκαμε |
| εσείς | πηδηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδήχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πηδηχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πηδηχτώ |
| εσύ | πηδηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πηδηχτεί |
| εμείς | πηδηχτούμε |
| εσείς | πηδηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πηδηχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πηδιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πηδήξου |
| εσείς | πηδηχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πηδηχτεί |