Conjugation of περπατάω
peɾ.paˈta.oχρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περπατάω |
| εσύ | περπατάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατάει |
| εμείς | περπατάμε |
| εσείς | περπατάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατάνε |
Παρατατικός
| εγώ | περπατούσα |
| εσύ | περπατούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατούσε |
| εμείς | περπατούσαμε |
| εσείς | περπατούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατούσαν |
Αόριστος
| εγώ | περπάτησα |
| εσύ | περπάτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπάτησε |
| εμείς | περπατήσαμε |
| εσείς | περπατήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπάτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περπατήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περπατήσω |
| εσύ | περπατήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατήσει |
| εμείς | περπατήσουμε |
| εσείς | περπατήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | περπάτα |
| εσείς | περπατάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περπάτησε |
| εσείς | περπατήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περπατήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περπατιέμαι |
| εσύ | περπατιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατιέται |
| εμείς | περπατιόμαστε |
| εσείς | περπατιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | περπατιόμουν |
| εσύ | περπατιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατιόταν |
| εμείς | περπατιόμασταν |
| εσείς | περπατιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | περπατήθηκα |
| εσύ | περπατήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατήθηκε |
| εμείς | περπατηθήκαμε |
| εσείς | περπατηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περπατηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περπατηθώ |
| εσύ | περπατηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περπατηθεί |
| εμείς | περπατηθούμε |
| εσείς | περπατηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περπατηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περπατιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περπατήσου |
| εσείς | περπατηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περπατηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.