HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← περπατάω — definition

Conjugation of περπατάω

Regular CEFR C1
peɾ.paˈta.o

χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περπατάω
εσύ περπατάς
αυτός / αυτή / αυτό περπατάει
εμείς περπατάμε
εσείς περπατάτε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατάνε
Παρατατικός
εγώ περπατούσα
εσύ περπατούσες
αυτός / αυτή / αυτό περπατούσε
εμείς περπατούσαμε
εσείς περπατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατούσαν
Αόριστος
εγώ περπάτησα
εσύ περπάτησες
αυτός / αυτή / αυτό περπάτησε
εμείς περπατήσαμε
εσείς περπατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά περπάτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περπατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περπατήσω
εσύ περπατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό περπατήσει
εμείς περπατήσουμε
εσείς περπατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ περπάτα
εσείς περπατάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περπάτησε
εσείς περπατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
περπατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περπατιέμαι
εσύ περπατιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό περπατιέται
εμείς περπατιόμαστε
εσείς περπατιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατιούνται
Παρατατικός
εγώ περπατιόμουν
εσύ περπατιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό περπατιόταν
εμείς περπατιόμασταν
εσείς περπατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά περπατιόνταν
Αόριστος
εγώ περπατήθηκα
εσύ περπατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό περπατήθηκε
εμείς περπατηθήκαμε
εσείς περπατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περπατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περπατηθώ
εσύ περπατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό περπατηθεί
εμείς περπατηθούμε
εσείς περπατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά περπατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς περπατιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περπατήσου
εσείς περπατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
περπατηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary