HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← περιπλέκω — definition

Conjugation of περιπλέκω

Regular CEFR B2
pe.ɾiˈple.ko

to complicate Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περιπλέκω
εσύ περιπλέκεις
αυτός / αυτή / αυτό περιπλέκει
εμείς περιπλέκουμε
εσείς περιπλέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλέκουν
Παρατατικός
εγώ περιέπλεκα
εσύ περιέπλεκες
αυτός / αυτή / αυτό περιέπλεκε
εμείς περιπλέκαμε
εσείς περιπλέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιέπλεκαν
Αόριστος
εγώ περιέπλεξα
εσύ περιέπλεξες
αυτός / αυτή / αυτό περιέπλεξε
εμείς περιπλέξαμε
εσείς περιπλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιέπλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιπλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περιπλέξω
εσύ περιπλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό περιπλέξει
εμείς περιπλέξουμε
εσείς περιπλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ περίπλεκε
εσείς περιπλέκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περίπλεξε
εσείς περιπλέκετε
Απαρέμφατο αορίστου
περιπλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περιπλέκομαι
εσύ περιπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό περιπλέκεται
εμείς περιπλεκόμαστε
εσείς περιπλέκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλέκονται
Παρατατικός
εγώ περιπλεκόμουν
εσύ περιπλεκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό περιπλεκόταν
εμείς περιπλεκόμασταν
εσείς περιπλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλέκονταν
Αόριστος
εγώ περιπλέχθηκα
εσύ περιπλέχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό περιπλέχθηκε
εμείς περιπλεχθήκαμε
εσείς περιπλεχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλέχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιπλεχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περιπλεχθώ
εσύ περιπλεχθείς
αυτός / αυτή / αυτό περιπλεχθεί
εμείς περιπλεχθούμε
εσείς περιπλεχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά περιπλεχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς περιπλέκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς περιπλεχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
περιπλεχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary