HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← περιορίζω — definition

Conjugation of περιορίζω

Regular CEFR B2
pe.ɾi.oˈɾi.zo

εξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περιορίζω
εσύ περιορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό περιορίζει
εμείς περιορίζουμε
εσείς περιορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά περιορίζουν
Παρατατικός
εγώ περιόριζα
εσύ περιόριζες
αυτός / αυτή / αυτό περιόριζε
εμείς περιορίζαμε
εσείς περιορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιόριζαν
Αόριστος
εγώ περιόρισα
εσύ περιόρισες
αυτός / αυτή / αυτό περιόρισε
εμείς περιορίσαμε
εσείς περιορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιόρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περιορίσω
εσύ περιορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό περιορίσει
εμείς περιορίσουμε
εσείς περιορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά περιορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ περιόριζε
εσείς περιορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περιόρισε
εσείς περιορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
περιορίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περιορίζομαι
εσύ περιορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό περιορίζεται
εμείς περιοριζόμαστε
εσείς περιορίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά περιορίζονται
Παρατατικός
εγώ περιοριζόμουν
εσύ περιοριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό περιοριζόταν
εμείς περιοριζόμασταν
εσείς περιοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά περιορίζονταν
Αόριστος
εγώ περιορίστηκα
εσύ περιορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό περιορίστηκε
εμείς περιοριστήκαμε
εσείς περιοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιορίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περιοριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περιοριστώ
εσύ περιοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό περιοριστεί
εμείς περιοριστούμε
εσείς περιοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά περιοριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς περιορίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περιορίσου
εσείς περιοριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
περιοριστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary