Conjugation of περιορίζω
pe.ɾi.oˈɾi.zoεξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περιορίζω |
| εσύ | περιορίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιορίζει |
| εμείς | περιορίζουμε |
| εσείς | περιορίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιορίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | περιόριζα |
| εσύ | περιόριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιόριζε |
| εμείς | περιορίζαμε |
| εσείς | περιορίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιόριζαν |
Αόριστος
| εγώ | περιόρισα |
| εσύ | περιόρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιόρισε |
| εμείς | περιορίσαμε |
| εσείς | περιορίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιόρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περιορίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περιορίσω |
| εσύ | περιορίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιορίσει |
| εμείς | περιορίσουμε |
| εσείς | περιορίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιορίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | περιόριζε |
| εσείς | περιορίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περιόρισε |
| εσείς | περιορίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περιορίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περιορίζομαι |
| εσύ | περιορίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιορίζεται |
| εμείς | περιοριζόμαστε |
| εσείς | περιορίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιορίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | περιοριζόμουν |
| εσύ | περιοριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιοριζόταν |
| εμείς | περιοριζόμασταν |
| εσείς | περιοριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιορίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | περιορίστηκα |
| εσύ | περιορίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιορίστηκε |
| εμείς | περιοριστήκαμε |
| εσείς | περιοριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιορίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περιοριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περιοριστώ |
| εσύ | περιοριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιοριστεί |
| εμείς | περιοριστούμε |
| εσείς | περιοριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιοριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περιορίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περιορίσου |
| εσείς | περιοριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περιοριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.