HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← περικόπτω — definition

Conjugation of περικόπτω

Regular CEFR B2
pe.ɾiˈko.pto

αφαιρώ, περιορίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περικόπτω
εσύ περικόπτεις
αυτός / αυτή / αυτό περικόπτει
εμείς περικόπτουμε
εσείς περικόπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά περικόπτουν
Παρατατικός
εγώ περιέκοπτα
εσύ περιέκοπτες
αυτός / αυτή / αυτό περιέκοπτε
εμείς περικόπταμε
εσείς περικόπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιέκοπταν
Αόριστος
εγώ περιέκοψα
εσύ περιέκοψες
αυτός / αυτή / αυτό περιέκοψε
εμείς περικόψαμε
εσείς περικόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά περιέκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περικόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περικόψω
εσύ περικόψεις
αυτός / αυτή / αυτό περικόψει
εμείς περικόψουμε
εσείς περικόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά περικόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ περίκοπτε
εσείς περικόπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περίκοψε
εσείς περικόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
περικόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ περικόπτομαι
εσύ περικόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό περικόπτεται
εμείς περικοπτόμαστε
εσείς περικόπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά περικόπτονται
Παρατατικός
εγώ περικοπτόμουν
εσύ περικοπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό περικοπτόταν
εμείς περικοπτόμασταν
εσείς περικοπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά περικόπτονταν
Αόριστος
εγώ περικόπηκα
εσύ περικόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό περικόπηκε
εμείς περικοπήκαμε
εσείς περικοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά περικόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα περικοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ περικοπώ
εσύ περικοπείς
αυτός / αυτή / αυτό περικοπεί
εμείς περικοπούμε
εσείς περικοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά περικοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς περικόπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ περικόψου
εσείς περικοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
περικοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary