Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περικόβω (περικόπτω →) |
| εσύ | περικόβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικόβει |
| εμείς | περικόβουμε |
| εσείς | περικόβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικόβουν |
Παρατατικός
| εγώ | περιέκοβα |
| εσύ | περιέκοβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιέκοβε |
| εμείς | περικόβαμε |
| εσείς | περικόβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιέκοβαν |
Αόριστος
| εγώ | περιέκοψα |
| εσύ | περιέκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιέκοψε |
| εμείς | περικόψαμε |
| εσείς | περικόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιέκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περικόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περικόψω |
| εσύ | περικόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικόψει |
| εμείς | περικόψουμε |
| εσείς | περικόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | περίκοβε |
| εσείς | περικόβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περίκοψε |
| εσείς | περικόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περικόψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περικόβομαι |
| εσύ | περικόβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικόβεται |
| εμείς | περικοβόμαστε |
| εσείς | περικόβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικόβονται |
Παρατατικός
| εγώ | περικοβόμουν |
| εσύ | περικοβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικοβόταν |
| εμείς | περικοβόμασταν |
| εσείς | περικοβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικόβονταν |
Αόριστος
| εγώ | περικόπηκα |
| εσύ | περικόπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικόπηκε |
| εμείς | περικοπήκαμε |
| εσείς | περικοπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικόπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περικοπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περικοπώ |
| εσύ | περικοπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | περικοπεί |
| εμείς | περικοπούμε |
| εσείς | περικοπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περικοπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περικόβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περικόψου |
| εσείς | περικοπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περικοπεί |