Conjugation of περιθάλπω
pe.ɾiˈθal.poπεριποιούμαι, συχνότερα προσφέροντας ιατρική βοήθεια σε ασθενή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περιθάλπω |
| εσύ | περιθάλπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιθάλπει |
| εμείς | περιθάλπουμε |
| εσείς | περιθάλπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιθάλπουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | περιέθαλπα |
| εσύ | περιέθαλπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιέθαλπε |
| εμείς | περιθάλπαμε |
| εσείς | περιθάλπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιέθαλπαν |
Αόριστος
| εγώ | περιέθαλψα |
| εσύ | περιέθαλψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιέθαλψε |
| εμείς | περιθάλψαμε |
| εσείς | περιθάλψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιέθαλψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα περιθάλψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | περιθάλψω |
| εσύ | περιθάλψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιθάλψει |
| εμείς | περιθάλψουμε |
| εσείς | περιθάλψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιθάλψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περιθάλπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περίθαλψε |
| εσείς | περιθάλψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | περιθάλψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | περιθάλπομαι |
| εσύ | περιθάλπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | περιθάλπεται |
| εμείς | περιθαλπόμαστε |
| εσείς | περιθάλπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιθάλπονται |
Παρατατικός
| αυτοί / αυτές / αυτά | περιθάλπονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | περιθάλπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | περιθάλψου |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.