HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πεισμώνω — definition

Conjugation of πεισμώνω

Regular CEFR B2
piˈzmo.no

επιμένω παράλογα, μουλαρώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πεισμώνω
εσύ πεισμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πεισμώνει
εμείς πεισμώνουμε
εσείς πεισμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πεισμώνουν
Παρατατικός
εγώ πείσμωνα
εσύ πείσμωνες
αυτός / αυτή / αυτό πείσμωνε
εμείς πεισμώναμε
εσείς πεισμώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείσμωναν
Αόριστος
εγώ πείσμωσα
εσύ πείσμωσες
αυτός / αυτή / αυτό πείσμωσε
εμείς πεισμώσαμε
εσείς πεισμώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείσμωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πεισμώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πεισμώσω
εσύ πεισμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πεισμώσει
εμείς πεισμώσουμε
εσείς πεισμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πεισμώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πείσμωνε
εσείς πεισμώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πείσμωσε
εσείς πεισμώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πεισμώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary