Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πεισμώνω |
| εσύ | πεισμώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πεισμώνει |
| εμείς | πεισμώνουμε |
| εσείς | πεισμώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πεισμώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | πείσμωνα |
| εσύ | πείσμωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείσμωνε |
| εμείς | πεισμώναμε |
| εσείς | πεισμώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείσμωναν |
Αόριστος
| εγώ | πείσμωσα |
| εσύ | πείσμωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείσμωσε |
| εμείς | πεισμώσαμε |
| εσείς | πεισμώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείσμωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πεισμώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πεισμώσω |
| εσύ | πεισμώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πεισμώσει |
| εμείς | πεισμώσουμε |
| εσείς | πεισμώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πεισμώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πείσμωνε |
| εσείς | πεισμώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πείσμωσε |
| εσείς | πεισμώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πεισμώσει |