Conjugation of πειράζω
[piˈɾazo]κάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πειράζω |
| εσύ | πειράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειράζει |
| εμείς | πειράζουμε |
| εσείς | πειράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | πείραζα |
| εσύ | πείραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείραζε |
| εμείς | πειράζαμε |
| εσείς | πειράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείραζαν |
Αόριστος
| εγώ | πείραξα |
| εσύ | πείραξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείραξε |
| εμείς | πειράξαμε |
| εσείς | πειράξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείραξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πειράξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πειράξω |
| εσύ | πειράξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειράξει |
| εμείς | πειράξουμε |
| εσείς | πειράξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειράξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πείραζε |
| εσείς | πειράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πείραξε |
| εσείς | πειράξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πειράξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πειράζομαι |
| εσύ | πειράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειράζεται |
| εμείς | πειραζόμαστε |
| εσείς | πειράζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειράζονται |
Παρατατικός
| εγώ | πειραζόμουν |
| εσύ | πειραζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειραζόταν |
| εμείς | πειραζόμασταν |
| εσείς | πειραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειράζονταν |
Αόριστος
| εγώ | πειράχτηκα |
| εσύ | πειράχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειράχτηκε |
| εμείς | πειραχτήκαμε |
| εσείς | πειραχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειράχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πειραχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πειραχτώ |
| εσύ | πειραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειραχτεί |
| εμείς | πειραχτούμε |
| εσείς | πειραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειραχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πειράζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πειράξου |
| εσείς | πειραχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πειραχτεί |