HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πειράζω — definition

Conjugation of πειράζω

Regular CEFR C2
[piˈɾazo]

κάνω μετατροπές, προσθήκες ή μικροαλλαγές, αλλάζω κάτι, ειδικά σε συσκευές ή μηχανές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πειράζω
εσύ πειράζεις
αυτός / αυτή / αυτό πειράζει
εμείς πειράζουμε
εσείς πειράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πειράζουν
Παρατατικός
εγώ πείραζα
εσύ πείραζες
αυτός / αυτή / αυτό πείραζε
εμείς πειράζαμε
εσείς πειράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείραζαν
Αόριστος
εγώ πείραξα
εσύ πείραξες
αυτός / αυτή / αυτό πείραξε
εμείς πειράξαμε
εσείς πειράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πειράξω
εσύ πειράξεις
αυτός / αυτή / αυτό πειράξει
εμείς πειράξουμε
εσείς πειράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά πειράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πείραζε
εσείς πειράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πείραξε
εσείς πειράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
πειράξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πειράζομαι
εσύ πειράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πειράζεται
εμείς πειραζόμαστε
εσείς πειράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πειράζονται
Παρατατικός
εγώ πειραζόμουν
εσύ πειραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πειραζόταν
εμείς πειραζόμασταν
εσείς πειραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πειράζονταν
Αόριστος
εγώ πειράχτηκα
εσύ πειράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό πειράχτηκε
εμείς πειραχτήκαμε
εσείς πειραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πειράχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειραχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πειραχτώ
εσύ πειραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό πειραχτεί
εμείς πειραχτούμε
εσείς πειραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πειραχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πειράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πειράξου
εσείς πειραχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πειραχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary