HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πεινάω — definition

Conjugation of πεινάω

Regular CEFR B1
piˈna.o

→ βλέπε πεινώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πεινάω
εσύ πεινάς
αυτός / αυτή / αυτό πεινάει
εμείς πεινάμε
εσείς πεινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά πεινάνε
Παρατατικός
εγώ πεινούσα
εσύ πεινούσες
αυτός / αυτή / αυτό πεινούσε
εμείς πεινούσαμε
εσείς πεινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πεινούσαν
Αόριστος
εγώ πείνασα
εσύ πείνασες
αυτός / αυτή / αυτό πείνασε
εμείς πεινάσαμε
εσείς πεινάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείνασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πεινάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πεινάσω
εσύ πεινάσεις
αυτός / αυτή / αυτό πεινάσει
εμείς πεινάσουμε
εσείς πεινάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πεινάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πείνα
εσείς πεινάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πείνασε
εσείς πεινάστε
Απαρέμφατο αορίστου
πεινάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary