Conjugation of πείθω
ˈpi.θoκάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πείθω |
| εσύ | πείθεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείθει |
| εμείς | πείθουμε |
| εσείς | πείθετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείθουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπειθα |
| εσύ | έπειθες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπειθε |
| εμείς | πείθαμε |
| εσείς | πείθατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπειθαν |
Αόριστος
| εγώ | έπεισα |
| εσύ | έπεισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπεισε |
| εμείς | πείσαμε |
| εσείς | πείσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπεισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πείσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πείσω |
| εσύ | πείσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείσει |
| εμείς | πείσουμε |
| εσείς | πείσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πείθε |
| εσείς | πείθετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πείσε |
| εσείς | πείστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πείσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πείθομαι |
| εσύ | πείθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείθεται |
| εμείς | πειθόμαστε |
| εσείς | πείθεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείθονται |
Παρατατικός
| εγώ | πειθόμουν |
| εσύ | πειθόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειθόταν |
| εμείς | πειθόμασταν |
| εσείς | πειθόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείθονταν |
Αόριστος
| εγώ | πείστηκα |
| εσύ | πείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πείστηκε |
| εμείς | πειστήκαμε |
| εσείς | πειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πείστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πειστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πειστώ |
| εσύ | πειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πειστεί |
| εμείς | πειστούμε |
| εσείς | πειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πειστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πείθεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πείσου |
| εσείς | πειστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πειστεί |