HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πείθω — definition

Conjugation of πείθω

Regular CEFR C2
ˈpi.θo

κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πείθω
εσύ πείθεις
αυτός / αυτή / αυτό πείθει
εμείς πείθουμε
εσείς πείθετε
αυτοί / αυτές / αυτά πείθουν
Παρατατικός
εγώ έπειθα
εσύ έπειθες
αυτός / αυτή / αυτό έπειθε
εμείς πείθαμε
εσείς πείθατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπειθαν
Αόριστος
εγώ έπεισα
εσύ έπεισες
αυτός / αυτή / αυτό έπεισε
εμείς πείσαμε
εσείς πείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πείσω
εσύ πείσεις
αυτός / αυτή / αυτό πείσει
εμείς πείσουμε
εσείς πείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πείθε
εσείς πείθετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πείσε
εσείς πείστε
Απαρέμφατο αορίστου
πείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πείθομαι
εσύ πείθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πείθεται
εμείς πειθόμαστε
εσείς πείθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πείθονται
Παρατατικός
εγώ πειθόμουν
εσύ πειθόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πειθόταν
εμείς πειθόμασταν
εσείς πειθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πείθονταν
Αόριστος
εγώ πείστηκα
εσύ πείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πείστηκε
εμείς πειστήκαμε
εσείς πειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πειστώ
εσύ πειστείς
αυτός / αυτή / αυτό πειστεί
εμείς πειστούμε
εσείς πειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πείθεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πείσου
εσείς πειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary