HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παύω — definition

Conjugation of παύω

Regular CEFR B1
ˈpa.vo

απολύω από την υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παύω
εσύ παύεις
αυτός / αυτή / αυτό παύει
εμείς παύουμε
εσείς παύετε
αυτοί / αυτές / αυτά παύουν
Παρατατικός
εγώ έπαυα
εσύ έπαυες
αυτός / αυτή / αυτό έπαυε
εμείς παύαμε
εσείς παύατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπαυαν
Αόριστος
εγώ έπαψα
εσύ έπαψες
αυτός / αυτή / αυτό έπαψε
εμείς πάψαμε
εσείς πάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πάψω
εσύ πάψεις
αυτός / αυτή / αυτό πάψει
εμείς πάψουμε
εσείς πάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά πάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παύε
εσείς παύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάψε
εσείς πάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
πάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παύομαι
εσύ παύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παύεται
εμείς παυόμαστε
εσείς παύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παύονται
Παρατατικός
εγώ παυόμουν
εσύ παυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παυόταν
εμείς παυόμασταν
εσείς παυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παύονταν
Αόριστος
εγώ παύτηκα
εσύ παύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό παύτηκε
εμείς παυτήκαμε
εσείς παυτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παυτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παυτώ
εσύ παυτείς
αυτός / αυτή / αυτό παυτεί
εμείς παυτούμε
εσείς παυτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παυτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάψου
εσείς παυτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παυτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary