HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πατώνω — definition

Conjugation of πατώνω

Regular CEFR B1
paˈto.no

τα πόδια μου φτάνουν στον πάτο, στο βυθό της θάλασσας, είναι αρκετά ρηχά ώστε να πατάω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πατώνω
εσύ πατώνεις
αυτός / αυτή / αυτό πατώνει
εμείς πατώνουμε
εσείς πατώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πατώνουν
Παρατατικός
εγώ πάτωνα
εσύ πάτωνες
αυτός / αυτή / αυτό πάτωνε
εμείς πατώναμε
εσείς πατώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάτωναν
Αόριστος
εγώ πάτωσα
εσύ πάτωσες
αυτός / αυτή / αυτό πάτωσε
εμείς πατώσαμε
εσείς πατώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πατώσω
εσύ πατώσεις
αυτός / αυτή / αυτό πατώσει
εμείς πατώσουμε
εσείς πατώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πατώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάτωνε
εσείς πατώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάτωσε
εσείς πατώστε
Απαρέμφατο αορίστου
πατώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary