HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πατινάρω — definition

Conjugation of πατινάρω

Regular CEFR B2
pa.tiˈna.ɾo

συντελώ στον σχηματισμό πατίνας σε επιφάνεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πατινάρω
εσύ πατινάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πατινάρει
εμείς πατινάρουμε
εσείς πατινάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πατινάρουν
Παρατατικός
εγώ πατινάριζα
εσύ πατινάριζες
αυτός / αυτή / αυτό πατινάριζε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πατινάριζαν
Αόριστος
εγώ πατινάρισα
εσύ πατινάρισες
αυτός / αυτή / αυτό πατινάρισε
εμείς πατινάραμε
εσείς πατινάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πατινάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πατινάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πατινάρω
εσύ πατινάρεις
αυτός / αυτή / αυτό πατινάρει
εμείς πατινάρουμε
εσείς πατινάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά πατινάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πατινάριζε
εσείς πατινάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πατινάρισε
εσείς πατινάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
πατινάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary