Conjugation of πατινάρω
pa.tiˈna.ɾoσυντελώ στον σχηματισμό πατίνας σε επιφάνεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πατινάρω |
| εσύ | πατινάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πατινάρει |
| εμείς | πατινάρουμε |
| εσείς | πατινάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πατινάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | πατινάριζα |
| εσύ | πατινάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πατινάριζε |
| εμείς | πατινάραμε |
| εσείς | πατινάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πατινάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | πατινάρισα |
| εσύ | πατινάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πατινάρισε |
| εμείς | πατινάραμε |
| εσείς | πατινάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πατινάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πατινάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πατινάρω |
| εσύ | πατινάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πατινάρει |
| εμείς | πατινάρουμε |
| εσείς | πατινάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πατινάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πατινάριζε |
| εσείς | πατινάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πατινάρισε |
| εσείς | πατινάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πατινάρει |