HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πασπαλίζω — definition

Conjugation of πασπαλίζω

Regular CEFR B2

ρίχνω με το χέρι μου πάνω σε κάτι μια στερεά ουσία σε μορφή σκόνης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασπαλίζω
εσύ πασπαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλίζει
εμείς πασπαλίζουμε
εσείς πασπαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλίζουν
Παρατατικός
εγώ πασπάλιζα
εσύ πασπάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό πασπάλιζε
εμείς πασπαλίζαμε
εσείς πασπαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπάλιζαν
Αόριστος
εγώ πασπάλισα
εσύ πασπάλισες
αυτός / αυτή / αυτό πασπάλισε
εμείς πασπαλίσαμε
εσείς πασπαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασπαλίσω
εσύ πασπαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλίσει
εμείς πασπαλίσουμε
εσείς πασπαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πασπάλιζε
εσείς πασπαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασπάλισε
εσείς πασπαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
πασπαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασπαλίζομαι
εσύ πασπαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλίζεται
εμείς πασπαλιζόμαστε
εσείς πασπαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλίζονται
Παρατατικός
εγώ πασπαλιζόμουν
εσύ πασπαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλιζόταν
εμείς πασπαλιζόμασταν
εσείς πασπαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλίζονταν
Αόριστος
εγώ πασπαλίστηκα
εσύ πασπαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλίστηκε
εμείς πασπαλιστήκαμε
εσείς πασπαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασπαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασπαλιστώ
εσύ πασπαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό πασπαλιστεί
εμείς πασπαλιστούμε
εσείς πασπαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πασπαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πασπαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασπαλίσου
εσείς πασπαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πασπαλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary