HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πασαλείφω — definition

Conjugation of πασαλείφω

Regular CEFR B2
pa.saˈli.fo

άλλη μορφή του πασαλείβω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασαλείφω (πασαλείβω →)
εσύ πασαλείφεις
αυτός / αυτή / αυτό πασαλείφει
εμείς πασαλείφουμε
εσείς πασαλείφετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλείφουν
Παρατατικός
εγώ πασάλειφα
εσύ πασάλειφες
αυτός / αυτή / αυτό πασάλειφε
εμείς πασαλείφαμε
εσείς πασαλείφατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασάλειφαν
Αόριστος
εγώ πασάλειψα
εσύ πασάλειψες
αυτός / αυτή / αυτό πασάλειψε
εμείς πασαλείψαμε
εσείς πασαλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασάλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασαλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασαλείψω
εσύ πασαλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό πασαλείψει
εμείς πασαλείψουμε
εσείς πασαλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πασάλειφε
εσείς πασαλείφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασάλειψε
εσείς πασαλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
πασαλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πασαλείφομαι
εσύ πασαλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πασαλείφεται
εμείς πασαλειφόμαστε
εσείς πασαλείφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλείφονται
Παρατατικός
εγώ πασαλειφόμουν
εσύ πασαλειφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πασαλειφόταν
εμείς πασαλειφόμασταν
εσείς πασαλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλείφονταν
Αόριστος
εγώ πασαλείφτηκα
εσύ πασαλείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό πασαλείφτηκε
εμείς πασαλειφτήκαμε
εσείς πασαλειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλείφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πασαλειφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πασαλειφτώ
εσύ πασαλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό πασαλειφτεί
εμείς πασαλειφτούμε
εσείς πασαλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πασαλειφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πασαλείφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πασαλείψου
εσείς πασαλειφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πασαλειφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary