HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παρκάρω — definition

Conjugation of παρκάρω

Regular CEFR C2
paɾˈka.ɾo

σταθμεύω όχημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρκάρω
εσύ παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό παρκάρει
εμείς παρκάρουμε
εσείς παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρκάρουν
Παρατατικός
εγώ πάρκαρα
εσύ πάρκαρες
αυτός / αυτή / αυτό πάρκαρε
εμείς παρκάραμε
εσείς παρκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάρκαραν
Αόριστος
εγώ πάρκαρα
εσύ πάρκαρες
αυτός / αυτή / αυτό πάρκαρε
εμείς παρκάραμε
εσείς παρκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάρκαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρκάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρκάρω
εσύ παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό παρκάρει
εμείς παρκάρουμε
εσείς παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρκάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάρκαρε
εσείς παρκάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάρκαρε
εσείς παρκάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
παρκάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρκάρομαι
εσύ παρκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παρκάρεται
εμείς παρκαριζόμαστε
εσείς παρκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παρκάρονται
Παρατατικός
εγώ παρκαριζόμουν
εσύ παρκαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παρκαριζόταν
εμείς παρκαριζόμασταν
εσείς παρκαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παρκάρονταν
Αόριστος
εγώ παρκαρίστηκα
εσύ παρκαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό παρκαρίστηκε
εμείς παρκαριστήκαμε
εσείς παρκαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρκαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρκαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρκαριστώ
εσύ παρκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό παρκαριστεί
εμείς παρκαριστούμε
εσείς παρκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρκαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρκάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρκαρίσου
εσείς παρκαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρκαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary