Conjugation of παριστάνω
pariˈstanoαποδίδω μία έννοια ή ένα αντικείμενο με ένα σχέδιο ή ένα γλυπτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παριστάνω (παρασταίνω →) |
| εσύ | παριστάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παριστάνει |
| εμείς | παριστάνουμε |
| εσείς | παριστάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παριστάνουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρίστανα |
| εσύ | παρίστανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρίστανε |
| εμείς | παριστάναμε |
| εσείς | παριστάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρίσταναν |
Αόριστος
| εγώ | παρέστησα |
| εσύ | παρέστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέστησε |
| εμείς | παραστήσαμε |
| εσείς | παραστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέστησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραστήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραστήσω |
| εσύ | παραστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραστήσει |
| εμείς | παραστήσουμε |
| εσείς | παραστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραστήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παρίστανε |
| εσείς | παριστάνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράστησε |
| εσείς | παραστήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραστήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παριστάνομαι |
| εσύ | παριστάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παριστάνεται |
| εμείς | παριστανόμαστε |
| εσείς | παριστάνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παριστάνονται |
Παρατατικός
| εγώ | παριστανόμουν |
| εσύ | παριστανόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παριστανόταν |
| εμείς | παριστανόμασταν |
| εσείς | παριστανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παριστάνονταν |
Αόριστος
| εγώ | παραστάθηκα |
| εσύ | παραστάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραστάθηκε |
| εμείς | παρασταθήκαμε |
| εσείς | παρασταθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραστάθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρασταθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρασταθώ |
| εσύ | παρασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρασταθεί |
| εμείς | παρασταθούμε |
| εσείς | παρασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρασταθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παριστάνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παραστάσου |
| εσείς | παρασταθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρασταθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.