HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παρηγορώ — definition

Conjugation of παρηγορώ

Regular CEFR B2
pa.ɾi.ɣoˈɾo

μειώνω τη θλίψη ή τον ψυχικό πόνο κάποιου προσώπου, κάνοντας ή λέγοντας ό,τι θα μπορούσε να του δώσει κουράγιο, θάρρος ή κάποια αίσθηση ασφάλειας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρηγορώ - παρηγοράω
εσύ παρηγορείς - παρηγοράς
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορεί - παρηγοράει
εμείς παρηγορούμε - παρηγοράμε
εσείς παρηγορείτε - παρηγοράτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορούν - παρηγοράνε
Παρατατικός
εγώ παρηγορούσα - παρηγόραγα
εσύ παρηγορούσες - παρηγόραγες
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορούσε - παρηγόραγε
εμείς παρηγορούσαμε - παρηγοράγαμε
εσείς παρηγορούσατε - παρηγοράγατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορούσαν - παρηγόραγαν
Αόριστος
εγώ παρηγόρησα
εσύ παρηγόρησες
αυτός / αυτή / αυτό παρηγόρησε
εμείς παρηγορήσαμε
εσείς παρηγορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγόρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρηγορήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρηγορήσω
εσύ παρηγορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορήσει
εμείς παρηγορήσουμε
εσείς παρηγορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παρηγόρα
εσείς παρηγορείτε - παρηγοράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρηγόρησε
εσείς παρηγορήστε
Απαρέμφατο αορίστου
παρηγορήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρηγορούμαι - παρηγοριέμαι
εσύ παρηγορείσαι - παρηγοριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορείται - παρηγοριέται
εμείς παρηγορούμαστε - παρηγοριόμαστε
εσείς παρηγορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορούνται - παρηγοριούνται
Παρατατικός
εγώ [παρηγορούμουν]² - παρηγοριόμουν
εσύ [παρηγορούσουν] - παρηγοριόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορούνταν -παρηγοριόταν
εμείς παρηγορούμασταν
εσείς [παρηγορούσασταν, (‑ούσαστε)]² - παρηγοριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορούνταν - παρηγοριόνταν
Αόριστος
εγώ παρηγορήθηκα
εσύ παρηγορήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορήθηκε
εμείς παρηγορηθήκαμε
εσείς παρηγορηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρηγορηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρηγορηθώ
εσύ παρηγορηθείς
αυτός / αυτή / αυτό παρηγορηθεί
εμείς παρηγορηθούμε
εσείς παρηγορηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρηγορηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρηγορείστε - παρηγοριέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρηγορήσου
εσείς παρηγορηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρηγορηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary