Conjugation of παρεκτρέπω
pa.ɾekˈtɾe.poto go astray, exceed the bounds, behave improperly Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρεκτρέπω |
| εσύ | παρεκτρέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτρέπει |
| εμείς | παρεκτρέπουμε |
| εσείς | παρεκτρέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτρέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρεξέτρεπα |
| εσύ | παρεξέτρεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεξέτρεπε |
| εμείς | παρεκτρέπαμε |
| εσείς | παρεκτρέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεξέτρεπαν |
Αόριστος
| εγώ | παρεξέτρεψα |
| εσύ | παρεξέτρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεξέτρεψε |
| εμείς | παρεκτρέψαμε |
| εσείς | παρεκτρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεξέτρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρεκτρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρεκτρέψω |
| εσύ | παρεκτρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτρέψει |
| εμείς | παρεκτρέψουμε |
| εσείς | παρεκτρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παρεκτρέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παρέκτρεψε |
| εσείς | παρεκτρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρεκτρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρεκτρέπομαι |
| εσύ | παρεκτρέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτρέπεται |
| εμείς | παρεκτρεπόμαστε |
| εσείς | παρεκτρέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτρέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | παρεκτρεπόμουν |
| εσύ | παρεκτρεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτρεπόταν |
| εμείς | παρεκτρεπόμασταν |
| εσείς | παρεκτρεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτρέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | παρεκτράπηκα |
| εσύ | παρεκτράπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτράπηκε |
| εμείς | παρεκτραπήκαμε |
| εσείς | παρεκτραπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτράπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρεκτραπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρεκτραπώ |
| εσύ | παρεκτραπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρεκτραπεί |
| εμείς | παρεκτραπούμε |
| εσείς | παρεκτραπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρεκτραπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παρεκτρέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παρεκτρέψου |
| εσείς | παρεκτραπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρεκτραπεί |