HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παραχωρώ — definition

Conjugation of παραχωρώ

Regular CEFR C2
pa.ɾa.xoˈɾo

δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραχωρώ
εσύ παραχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρεί
εμείς παραχωρούμε
εσείς παραχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρούν
Παρατατικός
εγώ παραχωρούσα
εσύ παραχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρούσε
εμείς παραχωρούσαμε
εσείς παραχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρούσαν
Αόριστος
εγώ παραχώρησα
εσύ παραχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό παραχώρησε
εμείς παραχωρήσαμε
εσείς παραχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραχωρήσω
εσύ παραχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρήσει
εμείς παραχωρήσουμε
εσείς παραχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παραχώρησε
εσείς παραχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
παραχωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραχωρούμαι
εσύ παραχωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρείται
εμείς παραχωρούμαστε
εσείς παραχωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρούνταν
εμείς παραχωρούμασταν
εσείς [παραχωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρούνταν
Αόριστος
εγώ παραχωρήθηκα
εσύ παραχωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρήθηκε
εμείς παραχωρηθήκαμε
εσείς παραχωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραχωρηθώ
εσύ παραχωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό παραχωρηθεί
εμείς παραχωρηθούμε
εσείς παραχωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραχωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παραχωρήσου
εσείς παραχωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραχωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary