Conjugation of παραπαίω
pa.raˈpe.oπάω πέρα δώθε, κινούμαι με αστάθεια κάνω αδέξιες προσπάθειες να κινηθώ ή να διατηρήσω την ισορροπία μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραπαίω |
| εσύ | παραπαίεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραπαίει |
| εμείς | παραπαίουμε |
| εσείς | παραπαίετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραπαίουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | παρέπαια |
| εσύ | παρέπαιες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέπαιε |
| εμείς | παραπαίαμε |
| εσείς | παραπαίατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέπαιν |
Εξακολουθητικός μέλλοντας
| εγώ | θα παραπαίω |
| εσύ | θα παραπαίεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα παραπαίει |
| εμείς | θα παραπαίουμε |
| εσείς | θα παραπαίετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα παραπαίουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράπαιε |
| εσείς | παραπαίετε |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.