HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παρανοώ — definition

Conjugation of παρανοώ

Regular CEFR B1
pa.ɾa.noˈo

αντιλαμβάνομαι λανθασμένα κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρανοώ
εσύ παρανοείς
αυτός / αυτή / αυτό παρανοεί
εμείς παρανοούμε
εσείς παρανοείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοούν
Παρατατικός
εγώ παρανοούσα
εσύ παρανοούσες
αυτός / αυτή / αυτό παρανοούσε
εμείς παρανοούσαμε
εσείς παρανοούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοούσαν
Αόριστος
εγώ παρανόησα
εσύ παρανόησες
αυτός / αυτή / αυτό παρανόησε
εμείς παρανοήσαμε
εσείς παρανοήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανόησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρανοήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρανοήσω
εσύ παρανοήσεις
αυτός / αυτή / αυτό παρανοήσει
εμείς παρανοήσουμε
εσείς παρανοήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρανοείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρανόησε
εσείς παρανοήστε
Απαρέμφατο αορίστου
παρανοήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρανοούμαι
εσύ παρανοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό παρανοείται
εμείς παρανοούμαστε
εσείς παρανοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό παρανοούνταν
εμείς παρανοούμασταν
εσείς [παρανοούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοούνταν
Αόριστος
εγώ παρανοήθηκα
εσύ παρανοήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παρανοήθηκε
εμείς παρανοηθήκαμε
εσείς παρανοηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρανοηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρανοηθώ
εσύ παρανοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό παρανοηθεί
εμείς παρανοηθούμε
εσείς παρανοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρανοηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρανοείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρανοήσου
εσείς παρανοηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρανοηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary