Conjugation of παραμένω
pa.ɾaˈme.noεξακολουθώ να βρίσκομαι σε μια κατάσταση χωρίς αλλαγή για κάποιο χρονικό διάστημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραμένω |
| εσύ | παραμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραμένει |
| εμείς | παραμένουμε |
| εσείς | παραμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραμένουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέμενα |
| εσύ | παρέμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέμενε |
| εμείς | παραμέναμε |
| εσείς | παραμένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέμεναν |
Αόριστος
| εγώ | παρέμεινα |
| εσύ | παρέμεινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέμεινε |
| εμείς | παραμείναμε |
| εσείς | παραμείνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέμειναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραμείνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραμείνω |
| εσύ | παραμείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραμείνει |
| εμείς | παραμείνουμε |
| εσείς | παραμείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραμείνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παραμένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράμεινε |
| εσείς | παραμείνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραμείνει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.