HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παραμένω — definition

Conjugation of παραμένω

Regular CEFR C2
pa.ɾaˈme.no

εξακολουθώ να βρίσκομαι σε μια κατάσταση χωρίς αλλαγή για κάποιο χρονικό διάστημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραμένω
εσύ παραμένεις
αυτός / αυτή / αυτό παραμένει
εμείς παραμένουμε
εσείς παραμένετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραμένουν
Παρατατικός
εγώ παρέμενα
εσύ παρέμενες
αυτός / αυτή / αυτό παρέμενε
εμείς παραμέναμε
εσείς παραμένατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέμεναν
Αόριστος
εγώ παρέμεινα
εσύ παρέμεινες
αυτός / αυτή / αυτό παρέμεινε
εμείς παραμείναμε
εσείς παραμείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέμειναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραμείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραμείνω
εσύ παραμείνεις
αυτός / αυτή / αυτό παραμείνει
εμείς παραμείνουμε
εσείς παραμείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραμείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραμένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παράμεινε
εσείς παραμείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
παραμείνει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary