Conjugation of παραλύω
pa.raˈli.oκάνω κάποιο μέλος του σώματος να μην κινείται ή να κινείται με δυσκολία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραλύω |
| εσύ | παραλύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραλύει |
| εμείς | παραλύουμε |
| εσείς | παραλύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραλύουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέλυα |
| εσύ | παρέλυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέλυε |
| εμείς | παραλύαμε |
| εσείς | παραλύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέλυαν |
Αόριστος
| εγώ | παρέλυσα |
| εσύ | παρέλυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέλυσε |
| εμείς | παραλύσαμε |
| εσείς | παραλύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέλυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραλύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραλύσω |
| εσύ | παραλύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραλύσει |
| εμείς | παραλύσουμε |
| εσείς | παραλύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραλύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράλυε |
| εσείς | παραλύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράλυσε |
| εσείς | παραλύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραλύσει |