HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παραλείπω — definition

Conjugation of παραλείπω

Regular CEFR B2

αφήνω, είτε σκόπιμα είτε ακούσια, κάποιον ή κάτι έξω από ένα σύνολο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραλείπω
εσύ παραλείπεις
αυτός / αυτή / αυτό παραλείπει
εμείς παραλείπουμε
εσείς παραλείπετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραλείπουν
Παρατατικός
εγώ παρέλειπα
εσύ παρέλειπες
αυτός / αυτή / αυτό παρέλειπε
εμείς παραλείπαμε
εσείς παραλείπατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέλειπαν
Αόριστος
εγώ παρέλειψα
εσύ παρέλειψες
αυτός / αυτή / αυτό παρέλειψε
εμείς παραλείψαμε
εσείς παραλείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραλείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραλείψω
εσύ παραλείψεις
αυτός / αυτή / αυτό παραλείψει
εμείς παραλείψουμε
εσείς παραλείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραλείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παράλειπε
εσείς παραλείπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παράλειψε
εσείς παραλείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραλείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραλείπομαι
εσύ παραλείπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παραλείπεται
εμείς παραλειπόμαστε
εσείς παραλείπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παραλείπονται
Παρατατικός
εγώ παραλειπόμουν
εσύ παραλειπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παραλειπόταν
εμείς παραλειπόμασταν
εσείς παραλειπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παραλείπονταν
Αόριστος
εγώ παραλείφθηκα
εσύ παραλείφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παραλείφθηκε
εμείς παραλειφθήκαμε
εσείς παραλειφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραλείφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραλειφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραλειφθώ
εσύ παραλειφθείς
αυτός / αυτή / αυτό παραλειφθεί
εμείς παραλειφθούμε
εσείς παραλειφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραλειφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραλείπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παραλείψου
εσείς παραλειφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραλειφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary