HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παρακωλύω — definition

Conjugation of παρακωλύω

Regular CEFR B2
pa.ra.koˈli.o

παρεμποδίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρακωλύω
εσύ παρακωλύεις
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλύει
εμείς παρακωλύουμε
εσείς παρακωλύετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλύουν
Παρατατικός
εγώ παρακώλυα
εσύ παρακώλυες
αυτός / αυτή / αυτό παρακώλυε
εμείς παρακωλύαμε
εσείς παρακωλύατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακώλυαν
Αόριστος
εγώ παρακώλυσα
εσύ παρακώλυσες
αυτός / αυτή / αυτό παρακώλυσε
εμείς παρακωλύσαμε
εσείς παρακωλύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακώλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακωλύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρακωλύσω
εσύ παρακωλύσεις
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλύσει
εμείς παρακωλύσουμε
εσείς παρακωλύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παρακώλυε
εσείς παρακωλύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρακώλυσε
εσείς παρακωλύστε
Απαρέμφατο αορίστου
παρακωλύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παρακωλύομαι
εσύ παρακωλύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλύεται
εμείς παρακωλυόμαστε
εσείς παρακωλύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλύονται
Παρατατικός
εγώ παρακωλυόμουν
εσύ παρακωλυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλυόταν
εμείς παρακωλυόμασταν
εσείς παρακωλυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλύονταν
Αόριστος
εγώ παρακωλύθηκα
εσύ παρακωλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλύθηκε
εμείς παρακωλυθήκαμε
εσείς παρακωλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παρακωλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παρακωλυθώ
εσύ παρακωλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό παρακωλυθεί
εμείς παρακωλυθούμε
εσείς παρακωλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παρακωλυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παρακωλύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρακωλύσου
εσείς παρακωλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παρακωλυθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary