Conjugation of παρακάμπτω
pa.ɾaˈkam.ptoπροσπερνώ από το πλάι κάτι, στην προσπάθειά μου να το αποφύγω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρακάμπτω |
| εσύ | παρακάμπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακάμπτει |
| εμείς | παρακάμπτουμε |
| εσείς | παρακάμπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακάμπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέκαμπτα |
| εσύ | παρέκαμπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέκαμπτε |
| εμείς | παρακάμπταμε |
| εσείς | παρακάμπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέκαμπταν |
Αόριστος
| εγώ | παρέκαμψα |
| εσύ | παρέκαμψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέκαμψε |
| εμείς | παρακάμψαμε |
| εσείς | παρακάμψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέκαμψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρακάμψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρακάμψω |
| εσύ | παρακάμψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακάμψει |
| εμείς | παρακάμψουμε |
| εσείς | παρακάμψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακάμψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράκαμπτε |
| εσείς | παρακάμπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράκαμψε |
| εσείς | παρακάμψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρακάμψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παρακάμπτομαι |
| εσύ | παρακάμπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακάμπτεται |
| εμείς | παρακαμπτόμαστε |
| εσείς | παρακάμπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακάμπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | παρακαμπτόμουν[α] |
| εσύ | παρακαμπτόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακαμπτόταν[ε] |
| εμείς | παρακαμπτόμασταν |
| εσείς | παρακαμπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακάμπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | παρακάμφθηκα |
| εσύ | παρακάμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακάμφθηκε |
| εμείς | παρακαμφθήκαμε |
| εσείς | παρακαμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακάμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παρακαμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παρακαμφθώ |
| εσύ | παρακαμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρακαμφθεί |
| εμείς | παρακαμφθούμε |
| εσείς | παρακαμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρακαμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παρακάμπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παρακάμψου |
| εσείς | παρακαμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παρακαμφθεί |