Conjugation of παραγράφω
pa.ɾaˈɣɾa.foαίρω τις συνέπειες για διαπραχθέν αδίκημα, μετά από παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραγράφω |
| εσύ | παραγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγράφει |
| εμείς | παραγράφουμε |
| εσείς | παραγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέγραφα |
| εσύ | παρέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέγραφε |
| εμείς | παραγράφαμε |
| εσείς | παραγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | παρέγραψα |
| εσύ | παρέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέγραψε |
| εμείς | παραγράψαμε |
| εσείς | παραγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραγράψω |
| εσύ | παραγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγράψει |
| εμείς | παραγράψουμε |
| εσείς | παραγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράγραφε |
| εσείς | παραγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράγραψε |
| εσείς | παραγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραγράφομαι |
| εσύ | παραγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγράφεται |
| εμείς | παραγραφόμαστε |
| εσείς | παραγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | παραγραφόμουν |
| εσύ | παραγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγραφόταν |
| εμείς | παραγραφόμασταν |
| εσείς | παραγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | παραγράφηκα |
| εσύ | παραγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγράφηκε |
| εμείς | παραγραφήκαμε |
| εσείς | παραγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραγραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραγραφώ |
| εσύ | παραγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγραφεί |
| εμείς | παραγραφούμε |
| εσείς | παραγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παραγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παραγράψου |
| εσείς | παραγραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραγραφεί |